Κυπριακές παροιμίες
Εμφάνιση
Κατάλογος παροιμιών από την Κύπρο.
| Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω |
A
[επεξεργασία]- "Αδκειασερός παπάς, θάβκει τζαι τους ζωντανούς." (όποιος δεν έχει δουλειά να κάνει, κάνει αχρείαστα πράγματα.).
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Παπάς χωρίς δουλειά, θάβει και ζωντανούς.".
- "Άθρωπος αθρώπου μοιάζει."
- "Άλλα'ν τ' αμμάθκια του λαού τζι άλλα του κουκουβκιάου, τζαι άλλα έν' του αλουπού που κάμνει πάου πάου."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Άλλα, (διαφορετικά) είναι τα μάτια του λαγού, άλλα της κουκουβάγιας και άλλα είναι της αλεπούς που (όταν "κλαίει") κάνει πάου πάου".
- "Αλλού τον τρώει τζαι αλλού κνίθεται." (Άλλος του φταίει και αλλού φωνάζει.).
- "Άλλαξεν ο Μανωλιός τζι έβαλεν τα ρούχα του αλλοιώς." (κάποιος και αν αλλάξει επιφανειακά, πάλι ο ίδιος μένει.)
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς".
- "Άμαν εν πάει ο Μωάμεθ εις το βουνόν, πάει το βουνόν εις τον Μωάμεθ."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ."
- "Αν έν' μηλιά εν να ανθίσει."
- "Αν ήταν η αζούλα πούζα, έθεν να πουζιάσει ούλος ο κόσμος."
- "Αν κάμει ο Μάρτης δκυό νερά τζαι ο Απρίλης άλλον, εν να'ν χαρά σε τζείντον γεωργόν πό 'σιει πολλά σπαρμένα.
- "Άκουε μεγάλον αμπέλιν τζαι παίρνε μιτσίν καλάθι.
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Άκουγε για μεγάλο αμπέλι, αλλά πάρε μαζί σου μικρό καλάθι."
- "Άκουε πολλά τζαι πίστευκε λλία."
- "Άλλα λόγια, θκειέ παπά!" (όταν απαντά ο άλλος κάτι άσχετο από αυτό που του λες.), {Άλλο ρωτάς και άλλο σου απαντά.)
- "Άλλον μας εδείξαν τζι άλλον μας εμπήξαν." (άλλο είδαμε και άλλο πήραμε.)
- "Αλλού σε τρώει τζαι αλλού κνήθεσαι."
- "Αλλού σπέρνουν τους, δαμαί γιωρκούν τους."
- "Άμαν επειράξαν την κοτζιάκαρην, έβαλεν ρομανίσιν μετά."
- "Ανάγυιωσ' τον κολλιόν να σου βκάλει τ' αμμάθκια σου." (μεγάλωσε το παιδί σου και μετά να σου προκαλεί προβλήματα.)
- "Αντί να τρίζει η άμαξα, τρίζει ο αμαξηλάτης."
- "Από'ν αππέξω του χορού, πολλά τραούδκια ξέρει." (οποίος δεν ζει τις συγκεκριμένες καταστάσεις, δεν ξέρει πώς είναι, απλά λέει λόγια του αέρα.)
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Όποιος είν' έξω απ' τον χορό, ξέρει πολλά τραγούδια."
- "Από 'ν ακούει, ταιρκάζει." (όποιος δεν έχει ακούσει ολόκληρη την κουβέντα, βγάζει λάθος συμπέρασμα.)
- "Από 'ν ακούει του γονιού, παραγωνιάς τζοιμάται." (όποιος δεν ακούει τη γνώμη των γονιών του, αναλαμβάνει την ευθύνη των λανθασμένων αποφάσεών του.)
- Μετάφραση στη Δημοτική: "όποιος δεν ακούει τους γονείς του, κοιμάται παράμερα."
- "Aπό 'ν αντρέπεται, ο κόσμος έν' δικός του."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "οποίος δεν ντρέπεται, ο κόσμος είναι δικός του", δηλαδή, χωρίς ντροπές μπορείς να πετύχεις τα πάντα.
- "Από 'ν εμίλησεν επέθανε."
- "Από 'ν θέλει να πά' στον μύλον, πέντε μέρες κοσσινίζει." (οποίος δεν θέλει να κάνει κάτι, γιατί βαριέται, το παίρνει παραπέρα.)
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Όποιος δεν θέλει να πάει στον μύλο, κοσκινίζει για πέντε μέρες."
- "Από 'ν φορτώνει ῾π' όσσω σου, τάνα του να φορτώσει." (οποίος δεν κάνει ζημιά σε σένα, να μην σε νοιάζει τι κάνει.)
- "Από 'ν μπορεί να δέρει τον γάρον, δέρνει τον σαμάν. (Δηλαδή, κάποιος που δεν μπορεί να κάνει ή να πει κάτι σ' εκείνον που του έφτεξε, τα βάζει με άλλον.)"
- "Από 'ν σε ξέρει, ακριβά σε γοράζει." (οποίος δεν σε ξέρει, νομίζει πως είστε καλός.)
- "Από 'ν φορτώνει έσσω σου, τάνα του να φορτώσει."
- "Από 'σιει μούγιαν, μουγιάζεται."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Κάποιος προσπαθεί να διώξει την μύγα μόνο αν αυτή κάθεται επάνω του." ή "όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται."
- "Από 'σιει πούζαν τζαι παιδίν, στον γάμον τί γυρεύκει;"
- "Άπου σοδκιάζει τριάντα δκυό τζαι ξοδκιάζει τράντα, έν' νοικοτζύρης πάντα. Άπου ξοδκιάζει τριάντα δκυό αλλά σοδκιάζει τράντα, στην φυλακήν τον παίρνουσιν τζαι εν του δκιούν αμάνταν!"(οποίος ξοδεύει περισσότερα από όσα πέρνει, θα έχει πρόβλημα.)
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Οποιος έχει έσοδα τριαντα δύο και έξοδα τριάντα είναι πάντα νοικοκύρης, όποιος όμως ξοδεύει τριάντα δύο και έχει έσοδα τριάντα, τον παίρνουν στη φυλακή και δεν τον λυπούνται."
- "Άπου πονεί πάει στον γιατρόν τζαι άπου διψά πάει στην βρύσην."
- Αυτός που έχει το πρόβλημα, πρέπει να ψάξει για την λύση.
- "Από 'σιει γείτον έσιει όσσιον τζι από 'σιει όσσιον τζοιμάται."
- δηλαδή, όποιος έχει γείτονα, θα τον βοηθίσει στις δύσκολες στιγμές.
- "Από 'σιει πούζαν τζαι παιδίν, στον γάμον τί γυρεύκει;"
- "Από 'ν έσιει νούν έσιει πόδκια." (οποίος δεν σκέφτεται, κάνει λάθη.)
- "Από το ρίφιν ρίφιν, τζαι γερόκλιαρον αρνίν."¨
- "Απού Γερόκλιαρον αρνί, τζιαι κοκκορίφιν ρίφιν."
- Αυτή η παροιμία θέλει να πει, για καλά, γερά και υγιή ερίφια, ο επιβήτορας αρσενικός πρέπει να είναι νεαρό ερίφι, ενώ αντιθέτως στα πρόβατα ο επιβήτορας αρσενικός πρέπει να είναι μεγάλης ηλικίας.
- "Απ' αγκάθιν βκαίνει ρόδον."
- "Ασσημοφόρε τζαι μεν ριάς." {παρά να κρυώνεις καλύτερα να φοράς ό,τι να ‘ναι.}
Β
[επεξεργασία]- "Βουνόν με βουνόν εν σμίει."
- "Βούρα, θκειέ, τζαι φτάννω σε."
Γ
[επεξεργασία]- Γάδαρον κάμνεις, γάδαρον μεγαλώνεις.
Δ
[επεξεργασία]- " Δώσ'του πελλού λουκάνικον, να σου πει "έν' ζαβόν". "
- " Δώσ'του πελλού αγγούριν, να σου πει "έν' ζαβόν". "
- "Δώκε σσοινίν του χωρκάτη, να μπει με τες ποΐνες μες στο κρεβάτιν." (όταν δώσεις πολλή ελευθερία σε κάποιον, αυτός θα την χρησιμοποιήσει για το δικό του συμφέρον.)
- "Δείξε μου τον φίλον σου να σου πω ποιός είσαι."
- "Εγιώ στραώνω τζαι πουλώ, τζι εσύ άμπλεπε τζαι γόραζε."
- "Είπαν τον πελλόν, τζι επέλλανεν."
- "Έλα, παππού, να σου δείξω τ' αμπέλια σου."
- "Έν' της παπαδκιάς τα ξύλα!"
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Τα ξύλα ανήκουν στην παπαδιά (και έτσι τα προσέχει περισσότερο.)"
- "Έναν Όϊ αξίζει έναν ανόιν τζαι έναν κατόιν."
- "Ένας παπάς δκυό εκκλησιές, της μιας γελά της."
- "Ένας παπάς δυό εκκλησιές, τη μια την αφήνει αλειτούργητη."
- Λέγεται όταν κάποιος κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα και σίγουρα αφήνει κάτι πίσω.
- "Εν τζι έν' φά' τζαι κνίστου, έν' φά' τζαι ποταυρίστου!"
- "Έπαρ' τον εις τον γάμον σου να σου πει τζαι του γρόνου!"
- "Ετζύλησεν ο τέντζερης, τζαι ηύρεν το καππάτζιν."
- "Ετζύλισεν το στούππωμαν, τζαι ηύρεν την μαείρισσαν."
- "Επήεν ο φτωχός να αρμαστεί, τζι εμίτσιανεν η νύχτα!"
- "Εσυνάφερες τον ξένον, φερ' τζαι την τσαέραν του."
- "Έβκαλεν η γλώσσα μου μαλλιά!"
- "Εβκήκεν κούππα άπαννη."
- "Εδώκαν μου αυκόν, τζι εζήτουν την όρνιθαν."
- "Έν' ο νούς σου τζι έν' μια λίρα τζιαι γυρίζει βύρρα βύρρα."
Ε
[επεξεργασία]- "Εσηκωστήκαν τα πόδκια να φατσίσουν πάς στην κκελέν."
- «Εσού που είσαι έξυπνος τζαι ο νούς σου κατεβάζει, εφτά οκκάες σίερο πόσα βελόνια φκάζει; Πεντέξι φκάλλει σίουρα τζαι κάτι παραπάνω τζαι θκιό σιεροπάλλουκα να φκεις να κάτσεις πάνω.
- "Έτσι κκελλέ, έτσι ξιουράφι θέλει"
Ζ
[επεξεργασία]- "Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλιν."
Η
[επεξεργασία]- " Η μαχαιρκά γιανίσκει, αμμά ο κακός ο λόος μεινίσκει.
- "H αντροπή εν πουκά’ στο πάπλωμα."
- " Η απάντηση του πελλού έν' η σιωπή."
- "Η γλώσσα κόκκαλα δεν έσιει τζαι κόκκαλα τσακκίζει."
- "Η καθαριότητα έν' μισή αρκοντιά."
- "Η μάνα έν' μάνναν."
- Δηλαδή: Η μήτερα είναι σαν δώρο από τον Θεό.
- "Η νύφη αντά 'ν να γεννηθεί, της πεθεράς ημοιάζει."
- "Η πολλή η καλοσύνη εν γαϊδουροσίνη."
- "Ηύρες το σύκον σήκωσ' το πριν το σηκώσουν άλλοι."
- "Ηύρες φαΐν, φάε, ηύρες ξύλον, φύε!"
Θ
[επεξεργασία]- "Θέλει βουν τζαι γάρον."
Τα παλιά χρόνια στα προικοσύμφωνα ο γαμπρός ζητούσε γαϊδούρι, μερικοί ζητούσαν και βόδι το οποίο είχε μεγάλη χρηματική αξία.
- "Θέλει την πίττα σωστήν, τζαι τον σσιύλλον χορτάτον."
Μετάφραση: θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο.
- "Θώρε την κρυάδαν, τζαι μοίραζε το πάπλωμαν."
Μετάφραση: διαμοίρασε τη βοήθεια ανάλογα με τη δυσκολία.
- Θυμός του χωρκάτη, ζημιά του πουντζιού του.
Ι
[επεξεργασία]Κ
[επεξεργασία]- "Καλός καλός ο σιοίρος μας, μα έβκην χαλαζιάρης."
- "Καλά κρασιά."
- "Κάτσε την μάππαν χαμαί."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Άφησε την μπάλα κάτω." (Δηλαδή, Μην κάνεις τον έξυπνο.)
- "Καμήλα κλάννει στο Πεντάκωμον."
- "Καλημέρα καμηλάρη, καμηλάρη καλημέρα."
- "Κάλλιον πέντε τζαι στο σιέριν, παρά δέκα τζαι καρτέριν."
- "Κάμε το καλόν, τζαι ρίψε το στον γυαλόν"
- "Κάμνεις τον ψύλλον κάμηλον."
- "Κατά που σου κάμνουν κάμνε, τζαι κατζίαν μεν κρατάς."
- "Κοφτά τζαι Τρικωμίτικα!"
- "Κουτσιά τζαι κολοκάσιν έναν τόπον εν να πάσιν!"
Λ
[επεξεργασία]- Λείπει ο Μάρτης 'που την Σαρακοστήν;
- Λείψε 'που το ψυσικόν, να μεν σ' εύρει το κρίμαν.
Μ
[επεξεργασία]- "Μάρτης γδάρτης, τζαι κακός παλλουκοκάφτης."
- "Τον Μάρτην ξύλα φύλαε, μεν κάψεις τα παλλούτζια."
- Δηλαδή τον Μάρτη κάποιες φορές έχει τόσο κρύο που θα χρειαστείς ξύλα για να κάψεις. Αν δεν έχεις φροντίσει να έχεις κρατήσει ξύλα τότε θα αναγκαστείς να κάψεις τα παλούκια.
- "Μάθε τέγνην, τζαι κρέμασ' την εις το παλλούτζιν."
- "Μεάλον βούκκον φάε, μεάλον λόον μεν πεις."
- Μετάφραση στη Δημοτική: Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις.
- "Με τον συγγενήν σου φάε πιε, τζαι αλισβερίσσιν μεν κάμεις."
- Με τους συγγενείς σου να τρως και να πίνεις, αλλά ποτέ μ' αυτούς εμπορικές πράξεις να μην κάνεις.
- "Με ξένον κώλον, κλάννω τζι εγιώ..."
- Δηλαδή, με ξένα μέσα, με ξένες πλάτες, καυχιέμαι, κάνω του κεφαλιού μου...
- "Με συγγενήν σου φάε πιε, τζι αλισβερίσια μεν κάμεις!"
- "Μια παθκιά του γέρου, αξίζει σσίλιες του παιδκιού."
- "Μεν σούζεις τα πόδκια σου, πριχού καβαλλιτζέψεις."
Ν
[επεξεργασία]- "Να σου δώσει η μούλα η γεραφώνα."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Να πάρεις από το μουλάρι που εγκυμονεί. (Δηλαδή, δεν θα πάρεις, αφού ως γνωστό το μουλάρι, που είναι διασταύρωση γαϊδάρου καί αλόγου δεν μπορεί να αναπαράγει."
- "Να ππέσει τ' αυκόν 'που τον κώλον της εν θα σπάσει."
- Μετάφραση: Αν πέσει τ΄ αβγό απ΄ τον κώλο της δεν θα σπάσει. Λέγεται για τις πολύ κοντές γυναίκες.
- "Να ποταυρίζεσαι ώσπου φτάνει το σιέριν σου."
- "Νηστεύκει το λαρτίν τζαι τρώει την μίλλαν."
Ξ
[επεξεργασία]- "Ξεροκέφαλος κεφάλα, λαλεί ο πόντιος."
- "Ξένος πόνος, ούλλον γέλιον."
- "Ξένη ράσιη, σίηλιες ξυλιές."
Ο
[επεξεργασία]- "Ο άθρωπος ο γιναξιής, τρώει πάντα της κκελλές του."
- "Ο βους επέθανεν, η φουμουσιαρκά εχάλασεν."
- "Ο γάρος ο οκνιάρης, έν' τζαι βαρυγομαρκάρης."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Ο γάιδαρος ο τεμπέλης, πάντοτε βαρυφορτώνεται."
- "Ο Θεός αγαπά τον κλέφτην, αλλά αγαπά τζαι τον νοικοτζύρην."
- "Ο κάττος τζι αν εγέρασεν, τα νύσια που 'σιεν έσιει."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Ο γάτος, έστω κι αν έχει γεράσει, έχει τα ίδια νύχια όπως πριν."
- "Ο κάττος τζι ο καλόηρος, το ψάριν αγαπούν το!"
- "Ο κλέφτης τζαι ο ψέφτης, τον πρώτον γρόνον σιαίρουνται!"
- "Ο κώλος ο τίτσιρος/αναβράκωτος, είδεν το βρατζίν τζι εσιέστην!"
- "Ο νούρος του σσιύλλου εν ισσιώννει."
- "Ο ξένος τζι ο στραβός, έν' έναν!"
- "Ο πελλός, θέλλει τον αντίπελλόν του!"
- "Ο ψηλός τρώει τα σύκα, τζαι ο κοντός συκόφυλλα."
- "Ούλοι λέσιν τζαι ῾πολέσιν, τζι ο πελλός τζι που πονεί!"
- "Όμορφον μωρόν στην σούσαν, άνοστον στην γειτονιάν."
- "Όπως έστρωσες να τζοιμηθείς"
- "Όποιος θέλει τα πολλά, χάνει τζαι τα λλία."
- "Όποιος φατσίσει στο ανώβλιν, θωρεί τζαι το κατώβλιν."
- "Όποιος βκιάζεται, σκονταύκει."
- "Όπου λαλούν πολλοί πετεινοί, αρκεί να ξημερώσει."
- "Όπου φτωχός τζι η μοίρα του."
- "Ό,τι αθθυμάσαι, σιαίρεσαι."
- "Ό,τι χορεύκω, παίζε μου!"
Π
[επεξεργασία]- "Παπάς που λουτουρκά δκυό εκκλησιές, της μιας γελά της."
- Ένας παπάς δυό εκκλησιές, τη μια την αφήνει αλειτούργητη: Λέγεται όταν κάποιος κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα και σίγουρα αφήνει κάτι πίσω.
- "Παίζει τον πελλόν, για να βκει σκάρτος."
- "Παίζε του γάρου λύραν, να χορεύκει βύρα βύρα."
- "Παρά να συντυχάννεις, καλλύττερα να κλάννεις"
- "Παφίτην αναγυιώνεις, χρυσάφιν νεκατώνεις."
- Όταν μεγαλώνεις ή γνωρίσεις Παφίτη (άνθρωπο με καταγωγή την περιοχή Πάφου της Κύπρου), είναι τόσο καλός άνθρωπος - πολύτιμος όπως το χρυσάφι.
- "Τύλληρον αναγυιώνεις , κατσόσιοιρον μερώνεις."
- Μην προσπαθείς να εκπαιδεύσεις Τύλληρο (άνθρωπο καταγόμενο από την περιοχή Τυλληρία της Κύπρου), είναι ανώφελο και ακατόρθωτο όπως να εκπαιδεύεις σκαντζόχοιρο.
- "Πέντε μίλια, δέκα ώρες."
- "Πε, πε, εν να το πει τζι ο κώλος του!"
- "Πέρα βρέσιει, στην Καραμανιάν σιονίζει!"
- Μετάφραση στην Δημοτική: όταν κάποιος δεν καταλαβαίνει τι του λέμε.
- "Πεσς ταμπούρα τόρτ οκκά" (τουρκ. beş tambura dört okka) Πέντε πεπόνια τέσσερεις οκάδες.
- "Πέψε τον πελλόν, τζαι λάμνε ταπισόν του."
- Μετάφραση στην Δημοτική: μην έχεις εμπιστοσύνη σε έναν τρελό.
- "Πκιάσε τον έναν, τζαι φάκκα τον πας στον άλλον." Κανένας από τους δυό δεν είναι καλύτερος από τον άλλο, και οι δύο είναι του βλάκες.
- "Ππέφτουν τα ποξαμάθκια τζει που 'ν έσιει δόντια."
- "Πόθεν είσαι θκειέ; Κουτσιά εμαείρεψα."
- Όταν ρωτάς κάτι κάποιον και παίρνεις άσχετη απάντηση.
- "Πού σου νεύκω, πού παεις!"
- "῾Που στύλλον, στύλλον άνεση!"
- "Πουλάς αέρας, τζαι πκιάνεις ριάλια."
- "Πουμπουρίζει γέρο, αστράφτει κοτζιάκαρη!"
- "Πρέπει να το 'σιει η κούτρα σου, να κατεβάζει φτείρες."
Ρ
[επεξεργασία]- "Ρίφκε αβκά πας τον τοίχον."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Ρίχνε αυγά απάνω στον τοίχο." δηλαδή, είναι ανώφελο.*
- "Ρωτώντας πας στην πόλην!"
Σ
[επεξεργασία]- "Σπίτιν όσον να σε φωρεί, τζαι κάμπον ώσπου θωρείς."
- "Σσύλλον πλύννεις, σσύλλον λούσεις, πάλε σσυλιές μυρίζει."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Όσο και να λούζεις έναν σκύλο, πάλι θα μυρίζει σαν σκύλος." Δηλαδή, ό,τι και αν κάνεις, δεν θα αλλάξεις τον/την άλλον/άλλη.
- "Σσύλλος που λάσει, εν δακάνει."
- "Σταφύλιν φάε, τζι αμπέλιν μεν ρωτάς."
- Εξήγηση: "όταν κάποιος σου προσφέρει κάτι, να το δέχεσαι χωρίς παραξενιές και διαμαρτυρίες."
- "Στην ανερκάν, φελά τζαι το χαλάζιν" {όταν δεν έχει βροχή, ακόμα και το χαλάζι είναι ωφέλιμο.}
- "Στου κουφού την πόρταν, όσον θέλεις βρόντα!"
- "Στο σπίτιν του κρεμμασμένου, μεν μιλάς για σιοινήν."
- "Στο καλάθιν εν χωρώ, στο κοσιήνην περισσεύκω."
Τ
[επεξεργασία]- "Τα γέριμα τα κάτσαρα να μεν εκορακούσαν, τα λόγια τα παράξενα να μεν μου τα λαλούσαν."
- "Τα μακρά, κοντά εγινήκασιν."
- "Τα μαράζια πύρκους καταλυούν, τζ' ανώγεια βάλλουν κάτω."
- "Τα πολλά λόγια εν φτώσεια."
- "Τάσσει φούρνους ποξαμάθκια."
- "Τάσσω τ' αμπέλια μου, ν' αρμάσω τα παιθκιά μου."
- "Τζ' απού κοπεί, ας μείνει."
- "Τζει που βρέσσιει, φαίνεται, τζει που σσιονίζει, ασπρίζει!"
- "Τζει που 'ννά απηήσει η τσούρα, εννά πηήσει τζαι το ρίφιν."
- "Τζείνος που ρέσσει τζαι εν λαλεί μέ γεια σου, μέ καλώς τον, στο παναΐριν έπαρτον, τζαι όσα σου δώκουν δώς τον. Tζαι τζείνον που τον σιαιρετάς τζαι εν σου πολοέται στο παναΐριν έπαρτον να δεις πως εν πουλιέται." (δηλαδή, τί αξίζει από κάποιον να πει ένα 'γεια'.)
- "Τζινούρκον είσαι κόσιηνον, τζιαί που να σε κρεμάσω."
- "Τζοιμάσαι την νύχταν με τον στραόν, τζιαι το πρωίν αλληθωρίζεις."
- "Τζυλούν το αφκόν με την μαναβέλαν."
- "Τι κάμνεις γέρο; Κουτσιά εμαείρεφκα."
- "Το έξυπνος πουλλίν, που την μούττην πιάνεται."
- "Το γέλιον της Παρασκευής, το κλάμαν του Σαββάτου."
- "Το γινάτιν φκάλει αμάτιν."
- "Το λαμπρόν, τζει που πέφτει κρούζει."
- Μετάφραση στη Δημοτική: "Η φωτιά καίει εκεί που χτυπά."
- "Το 'να σιέριν νύφκει τ' άλλον, τζαι τα θκυό το πρόσωπον."
- "Το κρίμα εν πάς το κλίμαν."
- "Το σσυλλίν σου τζαι το παιδίν σου όπως τα μάθεις."
- "Τον Μάρτην ξύλα φύλαε, μεν κάψεις τα παλλούτζια."
- Μετάφραση στην Δημοτική: τον Μάρτη κάνει κρύο και φρόντισε να φυλάξεις ξύλα, αλλιώς θα χρειαστεί να κάψεις τα παλούκια για να ζεσταθείς.
- "Τον αλουπόν η τρύπα του εν τον εχώρεν, τζαι ετράβαν τζαι τριζοκολόκαν."
- "Τον αράπην τζι αν τον πλύννεις, το σαπούνι ν σου χαλάς."
- "Τον πελλόν τζαι τον μουττάτον, ο θεός ημπρουμουτά τον."
- "Τον ποντικόν η τρύπα εν τον εφόρεν, τζαι 'τράβαν τριζοκολόκαν."
- "Του πελλού η απάντηση, εν η σιωπή."
- "Τράβα με, τζ' ας κλαίω."
- "Τρείς Ελιές, τζαι Καμινάρκα, τρώσιν μές τα κοφινάρκα."
Υ
[επεξεργασία]- "Ύστερα φέρνει ο φούρνος την πυράν."
Φ
[επεξεργασία]- "Φακούν του παπά με τα πρόσφορα."
- "Φταίουν του τα ρούχα του." (Λέγεται για αυτόν που είναι ευέξαπτος.)
Χ
[επεξεργασία]- "Χωρεί τον η τρύπα του βελονιού." (Όταν θέλει κάτι θα βρει τον τρόπο να το πετύχει.)
Ψ
[επεξεργασία]- Ψουμιά έν είχαμεν, τζαι ρεπάνια εγυρεύκαμεν.
Μετάφραση: Δεν είχαμε τα βασικά και γυρεύαμε την πολυτέλεια.
Ω
[επεξεργασία]- ″Ώσπου να ‘βρουμεν την φωνήν, εξηχάσαμεν το τραούδιν.″
- "Ώσπου πάμεν τζαι γερνούμεν, άλλα πράμματα θωρούμεν."