Κυπριακές παροιμίες

Από Βικιφθέγματα
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κατάλογος παροιμιών από την Κύπρο:


[επεξεργασία] A

  • "'Αθκιασερος παπάς, θάφκει τζαι ζωντανούς"
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Παπάς χωρίς δουλειά θάβει και ζωντανούς"
  • "Άλλα 'ν' τ' αμμάδκια του λαού τζι άλλα του κουκουφκιάου, τζιαι άλλα εν του αλουπού που κάμνει πάου πάου"
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Άλλα, (διαφορετικά) είναι τα μάτια του λαγού, άλλα της κουκουβάγιας και άλλα της αλεπούς που (όταν "κλαίει") κάνει πάου πάου".
  • "Άλλαξεν ο Μανωλιός τζι έβαλεν τα ρούχα του αλλοιώς"
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς"
  • "Άμαν εν πάει ο Μωάμεθ είς το βουνό, πάει το βουνό εις τον Μωάμεθ."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ."
  • "Αν ήταν η αζούλα πούζα, ήθεν να πουζιάσει ούλος ο κόσμος"
  • "Αν κάμει ο Μάρτης δκυο νερά τζαι ο Απρίλης άλλον έναν χαρά σε τζίντον γεωργόν πόσχει πολλά σπαρμένα"
  • "Απόν αππέξω του χορού, πολλά τραούθκια ξέρει."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Όποιος έιν' έξω απ' το χορό ξέρει πολλά τραγούδια."
  • "Απόν ακούει, τερκάζει"
  • "Απόν ακούει του γονιού , παρα γονιάς τζιμάτε."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "οταν δεν ακούς τούς γονείς , κοιμάσαι παράμερα."
  • "Από σιει μούγια, μουγιάζεται."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Κάποιος προσπαθεί να διώξει την μύγα μόνο αν αυτή κάθεται επάνω του."

ή "όποιος έχει τη μύγα, μιγιάζεται"

  • "Από 'θθέλει να πάει στον μύλον, 5 μέρες κοσσινίζει."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Όποιος δεν θέλει να πάει στον μύλο, κοσκινίζει για 5 μέρες."
  • "Απ' ον μπορεί να δέρει το γάρο, δέρνει το σαμάν (Δηλ. κάποιος που δεν μπορεί να κάνει η να πει κάτι σ' εκείνον που του έφτεξε, τα βάζει με άλλον)"
  • "Απ' ον σε ξέρει, ακριβά σε γοράζει"
  • "Απού σοθκιάζει τριάντα θκυό τζαι ξοθκιάζει τράντα εν νοικοτζύρης πάντα. Απου ξοθκιάζει τριάντα θκυό αλλά σοθκιάζει τράντα, στη φυλακή τον παίρνουσι τζαι εν του διούν αμάντα"
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Οποιος έχει έσοδα τριαντα δύο και έξοδα τριάντα είναι πάντα νοικοκύρης, όποιος όμως ξοδεύει τριάντα δύο και έχει έσοδα τριάντα τον παίρνουν στην φυλακή και δεν τον λυπούνται."
  • "΄Ακουε μεγάλο αμπέλι τζαι πέρνε μιτσί καλάθι"
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "΄Ακουγε για μεγάλο αμπέλι αλλά πάρε μαζί σου μικρό καλάθι"
  • "Άκουε πολλά τζαι πίστεφκε λία"
  • "Από΄ σσιει γειτον εσσειει όσιον τζια΄αποσιει όσιον τζιμάτε"#δηλαδη οποιος εχει γειτονα θα τον βοηθίσει στις δυσκολες στιγμες
  • "Απ΄όν έσχει νούν έσχει πόθκια"
  • Ασχιμοφόρε τζαι μεν ριάς

[επεξεργασία] Β

[επεξεργασία] Γ

[επεξεργασία] Δ

  • "Δώστου πελλού λουκάνικον, να σου πει εν ζαβόν"
    • "Δωστου πελλου αγγουρι να σου πει εν ζαβον"
  • "Δώκε θάρρος του χωρκάτη να μπει με τες ποϊνες στο κρεβάτι"

[επεξεργασία] Ε

  • "Είπαν του πελλέ, τζαι επέλλανεν"
  • "Έλα παππού να σου δείξω τ' αμπέλια σου."
  • "Εν της παπαθκιάς τα ξύλα"
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Τα ξύλα ανήκουν στην παπαδιά (και έτσι τα προσέχει περισσότερο)"
  • Ένας παπάς δκυό εκκλησιές της μιας γελά της
    • Ένας παπάς δυό εκκλησιές, τη μια την αφήνει αλειτούργητη
[Λέγεται ότι κάποιος κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα και σίγουρα αφήνει κάτι πίσω]
  • Έπαρτον εις τον γάμο σου να σου πεί τζαι του χρόνου
  • "Ετσύλησεν ο τέντζερης, τζαι ήβρεν το καπάτζιν"
  • Ετσύλισεν το στουπομα τζαι ιβρεν την μαιρισσαν
  • ΕΠΙΕ Ο ΦΤΩΧΟΣ ΝΑ ΑΡΜΑΣΤΕΙ ΤΖΑΙ ΜΙΤΣΙΑΝΕ Η ΝΥΧΤΑ

[επεξεργασία] Ζ

[επεξεργασία] Η

  • Η μάνα εν μαννα
    • Δηλαδή: Η μητερα ειναι σαν δώρο απο τον Θεό
  • "'Ηβρες φαί, φάε, ήβρες ξύλο, φύε"
  • " Η απάντηση του πελλού εν η σιωπή"
  • Η Γλώσσα κόκκαλα δεν έσσιη τζιέ κόκκαλα τσακκίζη
  • "Η νύφη αντα να γενηθεί της πεθεράς ημιάζει"

[επεξεργασία] Θ

[επεξεργασία] Ι

[επεξεργασία] Κ

  • Καλός καλός ο σιοίρος μας, μα εφκέιν χαλαζιάρης
  • "Κάτσε την μμάππα χαμαί."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Άφησε την μπάλα κάτω." (Δηλ. Μην κάνεις τον έξυπνο)
  • Καμήλα κλάννει στο Πεντάκωμον
    • Καμηλάρη καλημέρα καμήλα καμηλάρη

[επεξεργασία] Λ

  • Λείπει ο Μάρτης που τη Σαρακοστή;

[επεξεργασία] Μ

  • Μάρτης Γδάρτης τζαι Παλλουκοκάφτης

ή *Τον Μάρτη ξύλα φύλαε μεν κάψεις τα παλλούτζια

    • Δηλαδή κατά το Μάρτη έχουμε κρύο που γδέρνει και ζέστη που καίει τα παλλούκια. Τα δύο άκρα.
  • Μεγάλον βούκκον φάε, μεγάλον λόον μεν πεις
    • Μετάφραση στη Δημοτική: Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις
  • Με τον συγγενή σου φάε πιε τζιαι αλίσιι βερίσιι μεν κάμεις
    • Με τους συγγενείς σου να τρως και να πίνεις αλλά ποτέ μ' αυτούς εμπορικές πράξεις να μην κάνεις.

[επεξεργασία] Ν

  • "Να σου δώσει η μούλα η γεραφώνα"
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Να πάρεις από το μουλάρι που εγκυμονεί (Δηλαδή δεν θα πάρεις, αφού ως γνωστό το μουλάρι, που είναι διασταύρωση γαιδάρου καί αλόγου δεν μπορεί να αναπαράγει"
  • "Να ππέσει τάφκον που τον κώλον της εν θα σπάσει.
    • Μετάφραση: Αν πέσει τ΄ αβγό απ΄ τον κώλο της δεν θα σπάσει. Λέγεται για τις πολύ κοντές γυναίκες.

[επεξεργασία] Ξ

  • Ξεροκέφαλος κεφάλα λαλεί ο πόντιος

[επεξεργασία] Ο

  • "Ο γάρος ο οκνιάρης εν τζαι βαρυγομαρκάρης."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Ο γάιδαρος ο τεμπέλης πάντοτε βαρυφορτώνεται."
  • "Ο κάττος τζι αν εγέρασεν τα νύσια που 'σιεν έσιει."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Ο γάτος, έστω κι αν έχει γεράσει, έχει τα ίδια νύχια όπως πριν."
  • "Όπου λαλούν πολλοί πετεινοί, αρκεί να ξημερώσει"
  • "Ότι αθυμάσε, χχέρεσε"
  • Ο νούρος του σιύλλου (σκύλου) εν ισσιώννει.
  • "Ούλοι λέσιν τζαι πολέσιν, τζι ο στραός τζι που πονεί"

[επεξεργασία] Π

  • Παπάς μου λειτουρκε δκυό εκκλησιές, της μιας γελά της
    • Ένας παπάς δυό εκκλησιές, τη μια την αφήνει αλειτούργητη
[Λέγεται ότι κάποιος κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα και σίγουρα αφήνει κάτι πίσω]
  • Παρα να συντηχάνεις καλύττερα να κλάνεις
  • Παφίτην αναγιώνεις, χρυσάφιν νεκατώνεις...
    • Όταν μεγαλώνεις ή γνωρίσεις Παφίτη (άνθρωπο με καταγωγή την περιοχή Πάφου της Κύπρου), είναι τόσο καλός ανθρωπος - πολύτιμος όπως το χρυσάφι.
  • Παφίτην αναγιώνεις , σκατζόσσυρον μερώνεις.....
    • Μην προσπαθείς να εκπαιδεύσεις Παφίτη (άνθρωπο καταγόμενο από την περιοχή Πάφου της Κύπρου), είναι ανώφελο και ακατόρθωτο όπως να εκπαιδεύεις σκάντζόχοιρο.
  • Πέζε του γάρου λύρα να χορεύκει βύρα βύρα.
  • "Πέρα βρέχχει, στην Καραμανιά χχιονίζει"
    • Μετάφραση στην Δημοτική: όταν κάποιος δεν καταλαμβένει τι του λέμε
  • "Πέψε τον πελλόν τζαι λάμνε ταπισόν του"
    • Μετάφραση στην Δημοτική: μην έχεις εμπιστοσύνη σε ένα τρελό
  • "Που σου νέφκω, που παεις"
  • "Πόθεν είσαι θκιέ; Κουτσιά εμαήρεψα"
    • Όταν ρωτάς κάτι κάποιον και παίρνεις άσχετη απάντηση

[επεξεργασία] Ρ

  • "Ρίβκε αβκά πας τον τοίχον."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Ρίχνε αυγά απάνω στον τοίχο." δηλαδή είναι ανώφελο

[επεξεργασία] Σ

  • "Σσύλλον πλύννεις, σσύλλον λούσεις, πάλε σσυλιές μυρίζει."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Όσο και να λούζεις ένα σκύλο, πάλι θα μυρίζει σαν σκύλος."
  • "Σταφύλιν φάε τζι αμπέλιν μεν ρωτάς."
    • Εξήγηση: "όταν κάποιος σου προσφέρει κάτι να το δέχεσαι χωρίς παραξενιές και διαμαρτυρίες"
  • "Στην ανερκάν φελά τζαι το χαλάζιν"
  • Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα!

[επεξεργασία] Τ

  • Τα πολλά λόγια εν φτώσεια
  • Τζείνος που ρέσσει τζαι εν λαλεί με γεια σου με καλώστον στο πανέρι έπαρτον τζαι όσα σου δώκουν δώστον
  • Tζαι τζεινον που τον σιαιρετας τζαι εν σου πολοετε στο πανερι επαρτον να δεις πως εν πουλιεται (δηλ¨τι αξιζει απο καποιον να πει ενα 'γεια')
  • Το γέλιο της Παρασκευής, το κλάμα του Σαββάτου
  • Το γινάτι φκάλει αμάτι
  • "Το λαμπρόν τζει που πέφτει κρούζει."
    • Μετάφραση στη Δημοτική: "Η φωτιά καίει εκεί που χτυπά."
  • "Τον Μάρτη ξύλα φύλαε, μεν κάψεις τα παλλούτζια"
    • Μετάφραση στην Δημοτική: τον Μάρτη κάνει κρύο και φρόντισε να φυλάξεις ξύλα, αλλιώς θα χρειαστεί να κάψεις τα παλούκια για να ζεσταθείς
  • Τον αράπη τζαι αν τον πλύννεις το σαπούνι σου χαλάς

[επεξεργασία] Υ

[επεξεργασία] Φ

  • "Φακούν του παπά με τα πρόσφορα"


[επεξεργασία] Χ

[επεξεργασία] Ψ

[επεξεργασία] Ω




Σύνδεσμοι Βικιφθεγμάτων: Κατηγορίες - Θέματα - Παροιμίες - Άνθρωποι
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Εργαλεία
Άλλες γλώσσες