Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (μυθιστόρημα)
Εμφάνιση
Το μυθιστόρημα Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται είναι έργο του Νίκου Καζαντζάκη που έχει σχέση με τη θρησκεία του χριστιανισμού και γράφτηκε το 1948 στην Αντίμπ. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1948 και εκδόθηκε το 1954 από τον εκδοτικό οίκο Δίφρος, ενώ αρχικά κυκλοφόρησε στη Νορβηγία και τη Γερμανία το 1951. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα Γαλλικά, Αγγλικά και Ισπανικά. Το βιβλίο διασκευάστηκε στον κινηματογράφο το 1957, σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν και πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη.
Αποσπάσματα
[επεξεργασία]Μερικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημα.[1]
- Αυτός ξεμυάλισε το γιο μου, αυτός! Λυπάται τη φτώχεια, ανθρώποι είναι, λέει, κι αυτοί, αδέρφια μας! Καλά 'ναι όλα αυτά κι άγια, να τ' ακούς στην εκκλησιά, να τα λέει ο παπάς την Κυριακή από τον άμβωνα· μα να γυρίζεις, μωρέ κοκορόμυαλε, στο σπίτι σου και να τα βάνεις σε πράξη, πρέπει να 'σαι θεοπάλαβος!
- – Τι λέει, μωρέ Ρωμιέ, η θρησκεία σας;
- – Ούουου! έκαμε ο καπετάνιος κουνώντας το χέρι του· αν πιστέψω τη θρησκεία μου, πάω ίσια γραμμή στο διάολο!
- Ο Αγάς γέλασε.
- – Κι αν πιστέψω κι εγώ τη δική μου, είπε, θα πάω ίσια γραμμή στην Παράδεισο. Κάργα πιλάφι και γυναίκες και Γιουσουφάκια! Μα μπας, μωρέ καπετάνιο, κι οι δυο θρησκείες μάς κοροϊδεύουν; Ο κόσμος – δεν έχω δίκιο, Γιουσουφάκι μου; – ο κόσμος είναι όνειρο, ρακή 'ναι η ζωή, πίνουμε και μεθούμε. Στρίβει ο νους μας ο ανεμοδούρης, και κάνεις εσύ το Ρωμιό κι εγώ τον Τούρκο Αγά...
- – ... Πάει να πει, όχι με τον πόλεμο παρά με την αγάπη θα κερδίσουν τον κόσμο. Κάτω ο πόλεμος! όλοι είμαστε αδέρφια!
- – Κι οι Τούρκοι; ρώτησε ο Κωνσταντής, που δίσταζε να το παραδεχτεί.
- – Κι οι Τούρκοι! αποκρίθηκε συνεπαρμένος ο Γιαννακός· κι ο Αγάς και το Γιουσουφάκι κι ο σεΐζης· όλοι!
- – Κι αυτοί που ξεπάτωσαν το χωριό του παπα-Φώτη; ρώτησε αμετάπειστος ο Κωνσταντής.
- Ο Γιαννακός έξυσε πάλι το κεφάλι του.
- – Αυτό δεν το ξέρω, είπε· να ρωτήσουμε τον παπα-Φώτη... Παρακάτω!
- Και ξαφνικά τα πάντα του φάνηκαν απλά πολύ, κι ο Χριστός ένας καλός λόγος που κατέβηκε στη γης για τους απλούς αγράμματους ανθρώπους.
- – Ώστε λοιπόν, σκλήριξε, λέει η αφεντιά σου να πάμε να μοιράσουμε ό,τι κερδίσαμε με τον τίμιο ιδρώτα μας και να κάμουμε χρεωστικά, να πλερωθούμε στην άλλη ζωή; Μωρέ, μυαλό να μυστρίζεις τους τοίχους! Να σου πω, παλικάρι μου, δε θα κατάλαβες καλά τι σου είπε ο Χριστός, και να με συμπαθάς. Κάλιο ένα και στο χέρι παρά χίλια και καρτέρι, αυτό λέω εγώ.
- Γιατί, να το ξέρεις, και στην πιο μακρινή έρημο μια καλή πράξη έχει τον αντίχτυπό της σε αλάκερη την οικουμένη.
- – Μπολσεβίκοι! Παίρνετε αρμήνειες από το Μόσκοβο να γκρεμίσετε τη θρησκεία, την πατρίδα, την οικογένεια και την ιδιοχτησία, τα τέσσερα μεγάλα θεμέλια του κόσμου! Κι ο Μανολιός –ανάθεμά τον!– είναι ο αρχηγός σας· κι ήρθε κι ο παπα-Φώτης από του διαόλου τη μάνα και κρατάει καινούριο Ευαγγέλιο τις αρμήνειες του Μόσκοβου!
- – Μα τότε ο Χριστός είναι μπολσεβίκος! έκαμε ο Μιχελής.
- – Όπως τον καταντήσατε, σαν τα μούτρα σας, δεν είναι αυτός ο Χριστός, είναι Αντίχριστος.
- Ο Μιχελής φούρκισε· πετάχτηκε απάνω.
- – Όπως τον καταντήσατε εσείς, οι παπάδες, οι δεσποτάδες, οι νοικοκυραίοι, ο Χριστός έγινε ένας γερο-Λαδάς τοκογλύφος, υποκριτής, παμπόνηρος, ψεύτης, δειλός, με τα σεντούκια γεμάτα τούρκικες κι εγγλέζικες λίρες... Και τα κάνει πλακάκια, ο Χριστός ο δικός σας, με όλους τους δυνατούς της γης, για να γλιτώσει το τομάρι του και το πουγγί του!
- – Έχετε γεια, χωριανοί! ξαναφώναξε ο Μιχελής· ο Χριστός ο δικός μας είναι φτωχός, κατατρεμένος, χτυπάει τις πόρτες και κανένας δεν του ανοίγει· ο Χριστός ο δικός σας είναι πλούσιος κοτζάμπασης, τα 'χει φτιαγμένα με τον Αγά, μανταλώνει την πόρτα του και τρώει. Ο Χριστός ο δικός σας, ο χορτάτος, διαλαλεί: «Δίκαιος είναι ο κόσμος τούτος, τίμιος, σπλαχνικός, μου αρέσει· αφορεσμένος να 'ναι όποιος σηκώσει το χέρι να τον κουνήσει!» Ο Χριστός ο δικός μας, ο ξυπόλυτος, κοιτάζει τα κορμιά που πεινούν, τις ψυχές που πλαντούν, φωνάζει: «Άδικος είναι, άτιμος, άσπλαχνος ο κόσμος τούτος, πρέπει να γκρεμιστεί!»
- Κανένας από μας δε θα 'ναι πλούσιος, κανένας φτωχός· όλοι θα 'μαστε μια φαμίλια αγαπημένη· ο Θεός να δώσει να δείξουμε πώς πρέπει να ζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους και πώς η δικαιοσύνη μπορεί να βασιλέψει απάνω στη γης.
- – Θα χρειαστεί πολύς αγώνας, γέροντά μου, για να μπορέσουμε να βρούμε το δίκιο μας, έλεγε ο Μανολιός· αξίζει να σπαταλήσουμε τόσον καιρό για τα επίγεια;
- – Αξίζει, αξίζει, Μανολιό! αποκρίθηκε ο παπα-Φώτης και το μάτι του έλαμψε. Μια φορά έλεγα κι εγώ: Γιατί να παλεύω για τα επίγεια; Τι μ' ενδιαφέρει ο κόσμος τούτος; είμαι εξόριστος τ' ουρανού και βιάζουμαι να γυρίσω στην πατρίδα μου. Μα σιγά σιγά κατάλαβα· κανένας δεν μπορεί να μπει στον ουρανό αν δε νικήσει πρώτα τη γης, και κανένας δεν μπορεί να νικήσει τη γης αν δεν παλεύει με λύσσα κι υπομονή και χωρίς συμβιβασμό μαζί της. Από τη γης μονάχα μπορεί να πάρει φόρα ο άνθρωπος και να πηδήξει στον ουρανό. Παπα-Γρηγόρηδες, Λαδάδες, Αγάδες, νοικοκυραίοι, είναι οι δυνάμεις του κακού που μας έπεσε ο κλήρος να παλέψουμε· αν ρίξουμε τ' άρματα, είμαστε χαμένοι, και κάτω στη γης κι απάνω στον ουρανό.
- – Εσύ θα μου πεις εμένα ποιο 'ναι άδικο και ποιο δίκιο; Ο Μιχελής είναι τρελός, αυτό 'ναι το δίκιο!
- – Μα δεν είναι... τόλμησε ο δάσκαλος.
- – Είναι, σου λέω! Εσύ δεν μπορείς να δεις πέρα από τη μύτη σου, πέρα από τ' άτομα· μα εγώ δε νοιάζουμαι για τ' άτομα, νοιάζουμαι για το σύνολο· είμαι αρχηγός, εγώ, λαού! Κατάλαβες, δάσκαλε;
- Ο δάσκαλος σώπαινε.
- – Όταν ένα άτομο αδικιέται κι από την αδικία αυτή ωφελιέται το σύνολο, τότε δίκιο είναι ν' αδικιέται! Μα πού να καταλάβει το μυαλουδάκι σου!
- Τι άτιμη ράτσα! συλλογίζουνταν· τι αλεπούδες και μπεχλιβάνηδες και διάολοι! Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάνει – Ρωμιός όμως Ρωμιού, και μάτια και φρύδια και μύτες και μασέλες!
- Ο Αγάς έπιασε το κεφάλι του· ο οντάς άρχισε να γυρίζει.
- – Μωρέ, εσείς οι Ρωμιοί, θα με παλαβώσετε· ακούω τον ένα, έχει δίκιο· ακούω τον άλλο, έχει κι αυτός δίκιο, τα 'χω χαμένα... Μα τον Αλλάχ, θα σας πιάσω μια μέρα να σας κρεμάσω όλους, να ησυχάσω!
Παραπομπές
[επεξεργασία]- ↑ Νίκος Καζαντζάκης. Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Επιμέλεια Πάτροκλος Σταύρου. Εκδόσεις Καζαντζάκη. Δέκατη πέμπτη επανεκτύπωση Αθήνα 2005. Πρώτη έκδοση Λευκωσία 1981.
