Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κωστάκης Ανάν

Από Βικιφθέγματα

Ο Κωστάκης Ανάν είναι Έλληνας ή Ελληνίδα συγγραφέας ή αλλοδαπός ή αλλοδαπή συγγραφέας που γράφει στα Ελληνικά. Ποιος ή ποια ακριβώς κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Κωστάκης Ανάν ουδείς γνωρίζει.

Αποσπάσματα

[επεξεργασία]

... και ύστερα ήρθες και μ' έλυσες

[επεξεργασία]
  • Τα δοκίμασα όλα, χωρίς αποτέλεσμα... Χορτοφαγία, εθελοντισμός, αιθέρια έλαια, παραδοσιακοί χοροί, σεξ με ζώα, κομματικές νεολαίες, μπρέικ ντανς. Τίποτα... Τα ίδια άλυτα προβλήματα ξανά και ξανά, ο ίδιος φαύλος κύκλος με αρχή και τέλος την αποτυχία. Μετά, κάποιο βράδυ, γυρίζοντας σπίτι αργά, σκόνταψα πάνω σε ένα παλιό σκουριασμένο λυχνάρι. Να ήταν άραγε αυτό το τέλος όλων των προβλημάτων; Σήκωσα το λυχνάρι και άρχισα να το τρίβω και να το χαϊδεύω παντού με μανία. Δυστυχώς, λίγο πριν εμφανιστεί το τζίνι, με συνέλαβαν για σεξουαλική παρενόχληση σκεύους και χωρίς πολλά-πολλά με πετάξανε στη φυλακή, μαζί με άλλους υπόδικους για κάθε λογής εμμονές και αδιέξοδα. Δεν φανταζόμουν ότι είμαστε τόσοι πολλοί, και κάθε μέρα φέρνουν και άλλους.[1]

Η τελική λήθη (δε φάιναλ θολούθιον)

[επεξεργασία]
  • Ήταν ώρα αιχμής και στους δρόμους είχε ανάψει το γλέντι, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε στον ουρανό ο Μεσσίας, κρίναι ζώντας και νεκρούς, και αποφασίσαι ποιοι θα σωθούν και ποιοι όχι.
Το θέαμα ήταν εντελώς low budget, δύο άλογα, τρεις καραμούζες και καμιά δεκαριά χερουβείμ στο φόντο. Σκέτη φτήνια.
Και οι άνθρωποι παντού στη Γη έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον ουρανό για να παρακολουθήσουν το μέγα και ιερόν sequel. Και φωνή ηκούσθη εκ του πλήθους:
"Κύριε, τίνες θέλουσι σωθήναι;"
"Παρντόν;" ρώτησε απορημένος ο Θεάνθρωπος.
"Ποιος θα σωθεί και ποιος όχι, ρε παιδί μου, λέγε να τελειώνουμε!" επετάχθη εις ανυπόμονος.
"Α!..." κατάλαβε ο Κύριος και αμέσως πήρε ύφος σοβαρό, σχεδόν άγριο: "Οι μόνοι...", μεγάλη αγωνία, "που επελέγησαν για να σωθούν...", ταχυκαρδία, "κατά τη σημερινή Ημέρα της Κρίσεως...", θα σκάσω, πες το, "είναι... οι τράπεζες!"
Και το πλήθος εμούδιασε και σιγή απλώθηκε παντού. Αμέσως μετά όμως η αμηχανία έγινε οργή, διότι όλοι κατάλαβαν πια ότι το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο, το λάθος είχε γίνει από τα θεμέλια και δεν γινόταν να διορθωθεί με φτιασιδώματα και μερεμέτια στο ρετιρέ.
Όλη η οικοδομή ήθελε γκρέμισμα και χτίσιμο από την αρχή. "Ε όχι, ρε φίλε... όχι και Συ τα ίδια, να πούμε!" ανεφώνησαν οι λαοί προς τον Σωτήρα, και λαβόντες εις χείρας πέτρες, ξύλα και σιδηρολοστούς, τα έκαναν όλα λίμπαν. Μιλάμε όμως ρημαδιόν, δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλον όρθιον παγκοσμίως.
Και μετά από λίγες μέρες, βγήκα έξω να ψωνίσω, και έδωσα τρία αυγά για να αγοράσω ένα κιλό πορτοκάλια, και ζήσαμε εμείς καλά. Για τους άλλους δεν παίρνω και όρκο...[2]

Το ουράνιο talkshow

[επεξεργασία]
  • Το φορτηγό σταμάτησε στη μέση του δρόμου και από το μεγάφωνό του μια φωνή άρχισε να διαλαλεί: "Εντός ολίγου θα μοιραστούν σε όλους δωρεάν γυάλινες μυγοσκοτώστρες, μαζευτείτε, κυρίες και κύριοι, μην παραλείψετε να πάρετε, είναι εντελώς άχρηστο αλλά είναι δωρεάν, θα πάρει ο άλλος και εσύ όχι; ελάτε, κυρίες και κύριοι..." και συνέχισε να επαναλαμβάνει τα ίδια, μέχρι που από περιέργεια μαζεύτηκαν κάποιοι, το φορτηγό καθυστερούσε να ανοίξει, μαζεύτηκαν κι άλλοι, αναμονή, "εντός ολίγου, κυρίες και κύριοι", μικροσπρωξίματα, "εγώ ήμουν πριν από εσάς, κυρία μου", ένταση, τσαμπουκάδες, γριές ημιλιπόθυμες, και όταν τελικά άνοιξε η πίσω πόρτα του φορτηγού έγινε το έλα να δεις, έπεσαν μπουκέτα στην ψύχρα, παιδιά χάσανε τις μανάδες τους, ηλικιωμένοι ξεψύχησαν στο πεζοδρόμιο, και όλα αυτά επειδή: α) ήταν τσάμπα, β) "δεν κατάλαβα, εγώ μαλάκας είμαι να πάρουν όλοι και εγώ να μην πάρω;" Ηθικόν δίδαγμα: Μας αξίζει, και με το παραπάνω, κάθε καραγκιόζης δήμαρχος, νομάρχης, βουλευτής και υπουργός που βλέπουμε στην τηλεόραση και αναρωτιόμαστε φωναχτά "μα καλά, ποιοι πάνε και τους ψηφίζουν αυτούς;"[3]

Βολική αναισθησία

[επεξεργασία]
  • Όταν ήρθε μια εποχή που το τυρί άρχισε να λιγοστεύει επικίνδυνα, μαζεύτηκαν ως συνήθως όλες οι γάτες μαζί για να βρούνε λύση στο πρόβλημα. Τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα γιατί εν τω μεταξύ είχαν σηκώσει κεφάλι και τα ποντίκια και ζητούσαν το μερίδιο που τους αντιστοιχούσε από τα αποθέματα. Στη μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων υπήρχε μεγάλη αναταραχή, αντεγκλήσεις, νυχιές, δαγκώματα, χαμός. «Κάτω τα χέρια από τα ποντίκια! Είμαστε όλοι ζώα!» νιαούριζαν ακίνδυνα όσοι κάθονταν στα αριστερά. «Τα θεμελιώδη δικαιώματα των ποντικών είναι άμεση συνάρτηση των γατίσιων συμφερόντων», πετούσαν την φαντεζί αρλούμπα τους, όπως πάντα, οι γάτες του κέντρου. «Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, θα ταΐζουμε και τα ποντίκια τώρα; Να φύγουνε, να πάνε αλλού!» ούρλιαζαν τα κωλόγατα από τη δεξιά πλευρά της αίθουσας. Το προεδρείο κοιτούσε με απάθεια. Έτσι κι αλλιώς, οι αποφάσεις ήταν ήδη ειλημμένες: Τα ποντίκια φυσικά δεν είχαν καμία ελπίδα. Με τα νέα μέτρα, όμως, θα έμεναν και ένα σωρό γάτες ξεκρέμαστες, και αυτό μπορεί να οδηγούσε σε γενικότερες αναταραχές. Ο κεραμιδόγατος δημόσιας τάξης κοίταξε τον πρόεδρο της συνέλευσης και, από το βλέμμα που εισέπραξε, κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να ενεργοποιηθεί για άλλη μια φορά η προαιώνια, κατάπτυστη, ανίερη συμμαχία. Σήκωσε το τηλέφωνο, κάλεσε τον αριθμό, και μια τραχιά φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής απάντησε: «Γαβ;»[4]
  • «Φαντάσου μια φυλακή, όπου οι κρατούμενοι τρώνε κάθε μέρα διαφορετικό φαγητό, μακαρόνια τη Δευτέρα, τυρόπιτα την Τρίτη, φασόλια την Τετάρτη και ούτω καθεξής. Επιπλέον, κάθε Κυριακή, τους φέρνουνε μπουζούκια και γίνεται στο προαύλιο της φυλακής γλέντι μέχρι πρωίας. Μέχρι που μια μέρα, η διοίκηση της φυλακής συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει σάλιο, τα λεφτά έχουν τελειώσει, και ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει να υπάρχει η φυλακή είναι να ταΐζουν τους κρατούμενους βραστά καρότα κάθε μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ. “Μα θα γίνει εξέγερση, κύριε διευθυντά, θα μας λιντσάρουν οι τρόφιμοι, και με το δίκιο τους”, λέει ένα τσιράκι στο διευθυντή. Οπότε τι κάνει ο τελευταίος; Φωνάζει στο γραφείο του δέκα τσάτσους κρατούμενους και τους λέει να αρχίσουν να διαδίδουν ότι η κατάσταση είναι τόσο τραγική, που από την άλλη βδομάδα όλοι οι κρατούμενοι θα τρώνε σκατά, κυριολεκτικά όμως. Και ότι δεν είναι απλά φήμη, αλλά αναπόφευκτο και δεδομένο, θα ακουμπάς το δίσκο σου στον πάγκο και ο μάγειρας θα σου βάζει μέσα κουράδες, τέλος.
Οι τσάτσοι αρχίζουν λοιπόν να κάνουν την δουλειά τους, το νέο κυκλοφορεί αμέσως παντού και το σοκ φυσικά είναι τεράστιο. Υπάρχουν βέβαια αντιδράσεις, όχι όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί όσο ο άλλος δεν βλέπει ακόμα τη σβουνιά στο πιάτο του, κάπου μέσα ελπίζει ότι μπορεί και να τη γλιτώσει.
Όσο οι μέρες περνάνε και οι αντιδράσεις ψιλοφουντώνουν, οι τσάτοοι αρχίζουν να παίζουν τεχνηέντως το παιγνίδι της ενοχής: “Εδώ που τα λέμε, βέβαια, καλά να πάθουμε, που θέλαμε και μπουζούκια κάθε Κυριακή, να τα λέμε και όλα”.
Κάποιοι λίγοι τρόφιμοι αντιδρούν και λένε ότι εμείς ρε παιδιά δεν γουστάραμε ποτέ μπουζούκια, ούτε ποτέ συμμετείχαμε στο γλέντι. Δεν φτάνει που ανεχόμασταν κάθε Κυριακή βράδυ τα σκυλάδικα σας, πρέπει τώρα να την πληρώσουμε και εμείς μαζί με όλους; Φυσικά, κανείς δεν τους δίνει σημασία.
Προς το τέλος της εβδομάδας, έχει πια επικρατήσει κλίμα μοιρολατρίας, την αντίδραση έχει διαδεχθεί η απάθεια και την απείθεια η αδράνεια. Ο ξεθωριασμένος από τις συνεχείς πλύσεις εγκέφαλος των κρατουμένων είναι έτοιμος πλέον να δεχθεί το χειρότερο, ως δικαιολογημένα αναπόφευκτο. Και έτσι φτάνει η Κυριακή, και αργά το απόγευμα παίρνει το μικρόφωνο ο διευθυντής και ανακοινώνει: “Κύριοι, σας έχω ευχάριστα νέα. Ύστερα από κοπιώδεις προσπάθειες της διεύθυνσης και εμού προσωπικά, το μενού από αύριο δεν θα είναι σκατά, αλλά βραστά καρότα!!!” Και από κάτω φυσικά γίνεται της πουτάνας, αγκαλιασμένοι οι κρατούμενοι κλαίνε από χαρά, οι τσάτσοι ξελαρυγγιάζονται “ζήτω ο διευθυντής!”, το πλήθος αγάλλεται για το θαύμα της τελευταίας στιγμής.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα».
[...]
«Όπου διευθυντής φυλακών βάλε κυβέρνηση, όπου φυλακή βάλε χώρα, όπου κρατούμενοι βάλε εγώ και εσύ, όπου τσάτσοι βάλε κανάλια και δημοσιογράφοι, όπου βραστά καρότα βάλε όλα τα μέτρα που μας πετάνε στη μάπα κάθε τόσο και, αντί να τους λιντσάρουμε, στο τέλος λέμε και ευχαριστώ».[4]

Φορμόλη

[επεξεργασία]
  • Μπαίνεις σε δημόσια υπηρεσία και ζητάς ευγενικά να τα κάνεις όλα πουτάνα. Η κοπέλα στις πληροφορίες σε στέλνει στο γραφείο 314 στον τρίτο όροφο, όπου γριά υπάλληλος μιλάει στο τηλέφωνο. Επιχειρείς να τη διακόψεις, αποτυγχάνεις, δέκα λεπτά αργότερα κλείνει το τηλέφωνο και σε ρωτάει τσαντισμένη αν πέρασες πρώτα από το πρωτόκολλο, εσύ λες όχι με απολογητικό ύφος, γριά σε στέλνει πρωτόκολλο, μετά γραφείο 5, μετά ταμείο και στο τέλος πάλι εδώ. Πας πρωτόκολλο, θλιμμένη υπάλληλος γράφει αριθμό σε χαρτάκι και σου το δίνει χωρίς να σε κοιτάξει ποτέ. Πηγαίνεις γραφείο 5, παίρνεις χαρτάκι προτεραιότητας, περιμένεις 45 λεπτά, έρχεται η σειρά σου, άντρας υπάλληλος με βρωμερή μασχάλη σε ρωτάει ποιος σε έστειλε εδώ, δεν θυμάσαι, υπάλληλος βρίζει αόριστα, αλλά τέλος πάντων, σου κάνει τη χάρη να σε εξυπηρετήσει. Λες ευχαριστώ χωρίς να υπάρχει λόγος, κατεβαίνεις στο ταμείο, τεράστια ουρά, ρωτάς τον τελευταίο "για να τα κάνετε όλα πουτάνα περιμένετε;", σου γνέφει κουρασμένα ναι, περνάνε ώρες, έρχεται μεσημέρι, το ταμείο κλείνει, οι πολίτες διαμαρτύρονται, οι υπάλληλοι λένε ότι δεν φταίνε εκείνοι, τα παράπονά σας στον υπουργό. Πολίτες φεύγουν βρίζοντας και θα ξαναέρθουν αύριο να στηθούν από τις 6 το πρωί στην ουρά, γιατί η προθεσμία για να τα κάνεις όλα πουτάνα λήγει μεθαύριο. Τέλος της ιστορίας.
Συμπέρασμα: Δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος για να τα κάνεις όλα πουτάνα.[5]

Παραπομπές

[επεξεργασία]
  1. Κωστάκης Ανάν. ... και ύστερα ήρθες και μ' έλυσες. Εκδόσεις Βαβέλ. Αθήνα. 2005.
  2. Κωστάκης Ανάν. Η τελική λήθη (δε φάιναλ θολούθιον). Εκδόσεις Βαβέλ. Αθήνα. 2008.
  3. Κωστάκης Ανάν. Το ουράνιο talkshow. Babelart. Αθήνα. 2010.
  4. 4,0 4,1 Κωστάκης Ανάν. Βολική αναισθησία. Babelart. Αθήνα. 2012.
  5. Κωστάκης Ανάν. Φορμόλη. Babelart. Αθήνα. 2014.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Στη Βικιπαίδεια υπάρχει λήμμα σχετικό με: