Ελληνικές παροιμίες/Β

Από Βικιφθέγματα
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

* Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Β[επεξεργασία]

  • Βάζει η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες.
  • Βαθιά βροντή, κοντή βροχή. (Παξοί)
  • Βαθύ ποτάμι δεν κάνει κρότο.
  • Βαίνω κατά κρημνών.
    • Πάω κατά διαβόλου. (Πλάτωνας, Νόμοι 944α)
  • Βάλ' το μάνταλο στην πόρτα να κοιμάσαι ξένοιαστος.
  • Βάλανε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα.
  • Βάλανε τον τρελό να βγάλει το φίδι απ' την τρύπα.
  • Βάλε αλεύρι, κάμε πίτα.
  • Βάλε-βγάλε παπά τη βράκα σου. (Κρήτη)
  • Βάλε ελιά για τα παιδιά σου και μηλιά για την κοιλιά σου. (Παξοί)
  • Βάλε κλειδί στη γλώσσα σου.
  • Βάλε λάδι κι έλα βράδυ.
  • Βάπτισμα του πυρός.
  • Βάρα γροθιά του μαχαιριού να δεις ποιος θα πονέσει.
  • Βάρα με μία με τ' σκούφια σ'.
  • Βαράτε με κι ας κλαίω!
  • Βαρβαρίτσι, Νικολίτσι, Σάββα τι ήθελες στη μέση; (Παξοί)
  • Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα.
  • Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει.
  • Βαστάτε Τούρκοι το λαγό να κατουρήσει ο σκύλος. (Παξοί)
  • Βγάζει απ' τη μύγα ξύγγι.
  • Βγήκε η πομπή τσι στράτες, κοροϊδεύει τσου διαβάτες. (Παξοί)
  • Βέργα που λυγάει δε σπάει.
  • Βλέπεις το λύκο, κι εσύ ψάχνεις τ' αχνάρια.
    • Το λύκο τον βλέπεις, τον τορό (χνάρι) γυρεύεις;
  • Βλέπω το δέντρο και χάνω το δάσος.
  • Βίαιος διδάσκαλος ο πόλεμος.
    • Ο πόλεμος διδάσκει κάθε είδους βιαιότητα. (Θουκυδίδης, Γʹ 82.2)
  • Βίον καλόν ζης αν γυναίκα μη έχεις.
    • Καλή ζωή ζει εκείνος που δεν έχει γυναίκα.
  • Βίος αβίωτος.
  • Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος.
    • Ζωή χωρίς γιορτές, μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχείο. (Δημόκριτος, 230)
  • Βλὰξ ἄνθρωπος ἐπὶ παντὶ λόγῳ ἐπτοῆσθαι φιλεῖ.
  • Βλέπεις φαί, κάτσε φάε. Βλέπεις ξύλο, σήκω φύγε.
  • Βοήθα με να σε βοηθώ ν’ ανεβούμε το βουνό.
  • Βοήθα μ', εφτωχέ, μη γίνουμαι άμμον εσέν. (Ποντιακή)
    • Βόηθα με φτωχέ μη γίνω σαν και σένα. (Παξοί)
  • Βοηθείστε οι στραβοί τον ανοιχτομάτη.
  • Βοήθα παπά, να θάψουμε πέντε-έξι.
    • Βρήκαμε παπά, να θάψουμε πέντε-έξι.
  • Βοή λαού, οργή θεού.
  • Βόιδι πήγε, μοσχάρι γύρισε.
  • Βουνό με βουνό δε σμίγει.
  • Βους επί γλώσση μέγας.
    • Λέγεται για κάποιον που κρατά από δωροδοκία, ή από ανωτέρα βία, το στόμα του κλειστό.
  • Βρακί δεν έχει να φορέσει, στολίδια γυρεύει.
    • Βρακί δεν έχει ο κώλος μας, γαρίφαλο στ' αυτί μας.
  • Βρέξει χιονίσει η πινιάτα θα γιομίσει. (Παξοί)
  • Βρες δουλειά, να βρεις βασίλειο.
  • Βρες μου ένα ψεύτη να σου βρω κι εγώ ένα κλέφτη.
  • Βρέχει καρεκλοπόδαρα.
  • Βρήκαμε παπά, θα θάψουμε και τους ζωντανούς.
  • Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του.
    • Βρήκε ο γύφτος τη φυλή του κι αναγάλλιασε η ψυχή του.
  • Βρήκε ο γύφτος λάδι αλείφει και τα αρχίδια του.
    • Βρήκε ο γύφτος βούτυρο κι άρχισε ν' αλείφει και τον κώλο του. (Καστοριά)
  • Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ. (Θρησκευτική)
  • Βρομάει μπαρούτι.
  • Βροντάν τα σίδερα, βροντάν κι οι σακοράφες.
  • Bρώμα και δυσωδία.
    • Για χαρακτηρισμό κάποιου φαύλου προσώπου ή ανήθικης κατάστασης. Από τη φράση «σκωλήκων βρώμα και δυσωδία» (σκουληκιών τροφή και δυσοσμία) στη Νεκρώσιμη Ακολουθία.
  • Βαράει το σαμάρι ν' ακούσει το γαϊδούρι.




Σύνδεσμοι Βικιφθεγμάτων: Κατηγορίες - Θέματα - Παροιμίες - Άνθρωποι